κατάπλους


κατάπλους
[каталлус] ουσ. а. прибытие, возвращение корабля.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κατάπλους" в других словарях:

  • κατάπλους — ο (Α κατάπλους, και οος) [καταπλέω] 1. το να πλέει κάποιος από το ανοιχτό πέλαγος προς την ακτή ή το λιμάνι, πλους προς την ξηρά, άφιξη πλοίου ή στόλου, προσόρμιση, ελλιμενισμός 2. ο πλους προς τα κάτω ή κατά το ρεύμα τού ποταμού αρχ. η επιστροφή …   Dictionary of Greek

  • κατάπλους — ο ου, άφιξη πλοίου σε λιμάνι ή σε ακτή, άραγμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατάπλους — κατάπλοος sailing down masc acc pl (attic) κατάπλοος sailing down masc nom sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • List of works by Lucian — A list of works by Lucian of Samosata (c. AD 125 – after AD 180), who wrote in Ancient Greek. The order of the works is that of the Oxford Classical Texts edition. The English titles are taken from Loeb (alternative translations are sometimes… …   Wikipedia

  • Liste der Werke von Lukian von Samosata — Die folgende Liste zählt alphabetisch nach der grammatischen Ordnung der deutschen Titel die überlieferten Werke des Lukian von Samosata auf. Der deutsche Titel folgt soweit möglich der Übersetzung von Christoph Martin Wieland. Zu den für die… …   Deutsch Wikipedia

  • κατάπλωσις — κατάπλωσις, ἡ (Α) [καταπλώω] (ιων. τ. αντί κατάπλους) η επιστροφή στην πατρίδα διά θαλάσσης …   Dictionary of Greek

  • ράξιμο — το, Ν η προσόρμιση, ο κατάπλους πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αράζω (πρβλ. αόρ. άραξα) με σίγηση τού αρκτικού α + κατάλ. ιμο] …   Dictionary of Greek